«Πάτμος» ένα ποίημα του Φρήντριχ Χαίλντερλιν

Friedrich Hölderlin (πηγή: Wikipedia)

«Πάτμος» (του Φρήντριχ Χαίλντερλιν)

(απόσπασμα)

Αλλά τριγύρω από της Ασίας τις πύλες

ανίσκια θαλασσινά μονοπάτια διατρέχουν

Την απρόβλεπτη θάλασσα,

Αν και ναύτες ξέρουν που 

Είναι τα νησιά. Όταν άκουσα

Ότι ένα από αυτά τα κοντινά

Ήταν η Πάτμος, ήθελα πάρα πολύ

Να πάω εκεί μέσα, να μπω

Στη σκοτεινή θαλασσινή σπηλιά. Γιατί αντίθετα από

Την Κύπρο, πλούσια σε πηγές,

Ή από οποιοδήποτε των άλλων (νησιών), η Πάτμος

Δεν είναι υπέροχα τοποθετημένη,

 

Αλλά ωστόσο είναι φιλόξενη

Σαν ένα πιο ταπεινό σπίτι. Και αν

Ένας ξένος έρθει σε αυτή, 

Ναυαγός ή από νοσταλγία

Ή θρηνώντας για ένα φίλο που έφυγε,

Αυτή με χαρά θα ακούσει, και οι δικοί της

Απόγονοι επίσης, τις φωνές

Στη ζεστή συστάδα, έτσι ώστε εκεί όπου η άμμος φυσά

Και η ζέστη χαράζει τις κορυφές των αγρών

Αυτοί τον ακούνε, αυτές τις φωνές,

Και αντηχούνε τη θλίψη του ανθρώπου. 

Έτσι αυτή κάποια στιγμή φρόντισε

Τον προφήτη τον αγαπημένο του Θεού,…

(μετάφραση από τα Αγγλικά όλων των εδώ αποσπασμάτων: Βασίλης Geo Κυρίτσης)

 

Το 1803 ο Χαίλντερλιν έγραψε ένα από τα καλύτερα ποιήματά του που ονομάζεται «Πάτμος». 

«Ο Θεός είναι κοντά

Αν και είναι δύσκολο να Τον συλλάβεις.
αλλά όπου υπάρχει κίνδυνος, 

Ένα στοιχείο σωτηρίας ξεπηδά επίσης.» 

…αρχίζει το ποίημα «Πάτμος» και συνεχίζει πλημμυρίζοντας τον αναγνώστη με έντονες εικόνες. Ο Χαίλντερλιν ήξερε αρχαία ελληνικά, είχε διαβάσει αρχαίους έλληνες κλασικούς συγγραφείς και αρκετά θρησκευτικά κείμενα. Πολλά στοιχεία του ποιήματος τα αντλεί από τα Ευαγγέλια και αναμιγνύει ιδέες για το χώρο και το χρόνο από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Ξεκινώντας από την πεποίθηση ότι η λογοτεχνία της Αρχαίας Ελλάδας ήταν άριστο δείγμα απέριττης και ευγενούς ομορφιάς, καταφέρνει στο ποίημα να αποδώσει την αίσθηση της ενότητας του χρόνου μπλέκοντας αρμονικά επιδράσεις από τον Όμηρο, την κλασσική εποχή και τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Για τον Χαίλντερλιν οι διάφορες εποχές και περίοδοι είναι διακριτές αλλά αποτελούν ένα δυναμικό ιστορικό συνεχές που διατρέχει και ενώνει τον χρόνο και τον χώρο. 

   

Το ποίημα περιέχει αναφορές στην Πάτμο, το νησί όπου ο Ιωάννης ο Θεολόγος σε ένα σπήλαιο κοντά στην ακτή έγραψε το βιβλίο της Αποκάλυψης δηλαδή το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Ο Πάτροκλος (Patoklos στο πρωτότυπο) είναι ο ξάδερφος του Αχιλλέα ο οποίος προσποιούμενος τον Αχιλλέα πολέμησε εναντίον του Έκτωρα αλλά είναι επίσης ένα ποτάμι στην Μικρά Ασία όπου κατά τους αρχαίους χρόνους συλλεγόταν χρυσός. Ο Τμώλος, γιος του Άρη και της Θεογονίας, είναι θεός των βουνών, κριτής στη μουσική διαμάχη ανάμεσα στον Απόλλωνα και στον Πάνα, και επίσης είναι όρος κοντά στην αρχαία Λυδική πρωτεύουσα των Σάρδεων, πολύ κοντά στην Πάτμο. Το Όρος Μεσσογή (Mount Messogis) βρίσκεται ανατολικά της Εφέσου στη Μικρά Ασία, επίσης κοντά στην Πάτμο.

Υπάρχει στο ποίημα διαρκής εναλλαγή αναφορών στην ελληνική μυθολογία και σε χριστιανικά θέματα που βέβαια αποτελούν απλώς σημεία στο ίδιο χρονικό συνεχές. Ο Χαίλντερλιν χρησιμοποιεί στα γερμανικά πολλές λέξεις αμφίσημες χωρίς το συγκείμενο να βοηθά στη διάκριση του νοήματος (π.χ. η λέξη «δείπνο» -Abendmahl- που παραπέμπει στο Μυστικό Δείπνο αλλά ενδεχομένως και σε διονυσικά συμπόσια αλλά και η λέξη «οίνος» που μάλλον αναφέρεται στο δινυσιακό οίνο παρά στον οίνο/αίμα της Θείας Ευχαριστίας).       

Το 1936 ο Χάιντεγκερ σε ένα δοκίμιο για τον Χαίλντερλιν γράφει ότι «Η Ποίηση είναι η καθιέρωση του Όντος μέσω του Λόγου», ιδέα που πιθανότατα εμπνεύστηκε από τις τελευταίες γραμμές του ποιήματος «Πάτμος» όπου ο Χαίλντερλιν γράφει: 

«…αλλά αυτό που ο Πατέρας μας 

Που βασιλεύει πάνω από όλα πιο πολύ θέλει

Είναι ο καθιερωμένος Λόγος να

Τηρείται με προσοχή  και

Κείνο που αντέχει να ερμηνεύεται καλά.

[Το] Γερμανικό άσμα πρέπει μ’αυτό να συμφωνεί.»

Όσο και αν το μεταφυσικό στοιχείο ενυπάρχει στο έργο του Χαίλντερλιν, ο Scott Horton θεωρεί πως ο ποιητής με αυτούς τους τελευταίους στίχους εκφράζει την ανησυχία του για τη γερμανική γλώσσα ως εκφραστικό μέσο. Έτσι, ο ποιητής χρησιμοποιεί την ιδέα περί του λόγου του Θεού για να δείξει πως και η γερμανική γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκφραστικούς στόχους με βάση την απλότητα της έκφρασης και την ευγένεια του πνεύματος. Ο ποιητής με αφετηρία τα χριστιανικά του συναισθήματα προβάλλει τις ιδεές του για μια (επι)κοινωνία του ανθρώπινου είδους μέσω της γλώσσας και των ιδεών. 

Παρόλο που ο Χάιντεγκερ, κατά τον Scott Horton, διέστειλε με αρνητικό τρόπο τις ιδέες του Χαίλντερλιν, το ποίημα «Πάτμος» παραμένει ένα εξαιρετικό έργο τέχνης που με αφετηρία την αρχαιότητα στοχεύει στο μοντέρνο και «αξίζει να διαβαστεί – παρά τη διαστρεύλωσή του από τον Χάιντεγκερ».

 

 

Μικρό Βιογραφικό Σημείωμα 

Ο Γιόχαν Κρίστιαν Φρήντριχ Χαίλντερλιν (Johann Christian Friedrich Hölderlin, 20 Μαρτίου 1770—7 Ιουνίου 1843), ήταν Γερμανός λυρικός ποιητής. Ήταν συμμαθητής με τον Φρήντριχ Σέλλινγκ. Ο 1788 έκανε ανώτατες θεολογικές σπουδές στο Tübinger Stift. Εκεί γνώρισε τους Λούντβιχ Νόιφερ και Ρούντολφ Μάγκεναου, άριστους χειριστές του έμμετρου λόγου, οι οποίοι θα ασκούσαν σημαντική πνευματική και ηθική επίδραση στο Χαίλντερλιν. Επίσης, εκεί ο Χαίλντερλιν ξανασυνάντησε τον Σέλλινγκ και γνώρισε τον Χέγκελ με τον οποίο ανέπτυξε στενή φιλία και ο Χαίλντερλιν κατάφερε να ξυπνήσει τον ποιητή ακόμη και στον φιλόσοφο της διαλεκτικής της ιστορίας, όπως φανερώνει και ποίημα σε ελεύθερο ρυθμό που ο Χέγκελ αφιέρωσε στο Χαίλντερλιν. Επίσης, γνώρισε τον Φρήντριχ Σίλλερ και, μέσω αυτής της φιλίας, συνάντησε τον Γκαίτε χωρίς όμως να συνειδητοποιήσει τη στιγμή της συναντήσής τους ποιος ήταν ο «ξένος» που έβλεπε. 

Ο μεγάλος έρωτας συνάντησε τον Χαίλντερλιν τον Ιανουάριο του 1795. Ένα γεγονός-ορόσημο για τη ζωή και την ποίηση του Χαίλντερλιν ήταν η γνωριμία του με τη Σουζέττε Γκόνταρτ, στο σπίτι της οποίας εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος. Παρόλο που ήταν παντρεμένη με τον Γιάκομπ Φρήντριχ Γκόνταρτ, ο Χαίλντερλιν ερωτεύτηκε με ιδιότυπο τρόπο τη Σουζέττε. Η τελευταία θα γινόταν για το Χαίλντερλιν σύμβολο του μεγάλου και κοσμογονικού μυστικού του έρωτα, του μέλλοντος του ανθρώπινου γένους έπειτα από το Ρομαντισμό, αλλά και ταυτόχρονα μια απτή ανθρώπινη ύπαρξη. Στον Υπερίωνα της δίνει μάλιστα το προσωνύμιο «Διοτίμα», όπως η ιέρεια στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Παρόλο που το ίνδαλμα της εξιδανικευμένης ποιητικής μορφής της «Διοτίμας» είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στην ποίηση του Χαίλντερλιν πριν ακόμη γνωρίσει τη Σουζέττε Γκόνταρτ, εντούτοις ήταν αυτή που το έκανε να ωριμάσει μέσα του. Η σχέση τους γνώρισε πολλές περιπέτειες και δυσκολίες. Στις 22 Ιουνίου 1802, τρία χρόνια μετά την έκδοση του β΄ μέρους του Υπερίωνα, η Σουζέττε Γκόνταρτ έφυγε από τον κόσμο, σε ηλικία 33 ετών, από φυματίωση. Η είδηση του θανάτου της θα προκαλούσε τα πρώτα σημάδια κλονισμού της διανοητικής ισορροπίας του Χαίλντερλιν.

Όπως αναφέραμε παραπάνω, συνάντησε πολλά μεγάλα πνέυματα της εποχής του και η συναναστροφή του με αυτά τον βοήθησε να εξελιχθεί και ο ίδιος πνευματικά. Γνώρισε τον συγγραφέα Βίλχελμ Χάινσε ο οποίος παγίωσε στον Χαίλντερλιν την αγάπη για την Ελλάδα, ενώ τον βοήθησε να απεγκλωβίσει την οπτική του από τις επαναστατικές ιδέες της εποχής του. 

Το Σεπτέμβριο του 1806 ο Ισαάκ φον Σίνκλαιρ αναγκάστηκε να μεταφέρει τον Χαίλντερλιν σε φρενολογική κλινική στην Τύμπιγκεν/Τυβίγγη (Tübingen). Είχε προ πολλού αρχίσει να παρουσιάζει παροξυσμούς, αλλά η υγεία του έβαινε προς το καλύτερο. Έτσι, η θεραπεία στο φρενοκομείο ήταν μάλλον επιβλαβής για τον ίδιο, και θα ήταν ακόμη περισσότερο αν ένας συχνός του επισκέπτης στην κλινική, ο Ερνστ Τσίμμερ (Ernst Zimmer), δεν λάμβανε την πρωτοβουλία, το καλοκαίρι του 1807, να τον περιθάλψει στο σπίτι του. Ο Χαίλντερλιν έμεινε με τον Τσίμμερ, ο οποίος φρόντιζε παράλληλα να πληροφορεί τη μητέρα του ποιητή για την κατάστασή του, άλλα 36 χρόνια, μέχρι το θάνατό του το 1843. Ίσως αξίζει να σημειωθει πως ο Χαίλντερλιν ήταν ο αγαπημένος ποιητής του Νίτσε ο οποίος επίσης έμελλε να ακολουθήσει το μονοπάτι της τρέλας.

 

 

“Patmos” – a poem by Friedrich Hölderlin

The god 

Is near, and hard to grasp. 

But where there is danger, 

A rescuing element grows as well. 

Eagles live in the darkness, 

And the sons of the Alps 

Cross over the abyss without fear 

On lightly-built bridges. 

Therefore, since the summits 

Of Time are heaped about, 

And dear friends live near, 

Growing weak on the separate mountains —

Then give us calm waters; 

Give us wings, and loyal minds 

To cross over and return. 

Thus I spoke, when faster 

Than I could imagine a spirit 

Led me forth from my own home 

To a place I thought I’d never go. 

The shaded forests and yearning 

Brooks of my native country 

Were glowing in the twilight. 

I couldn’t recognize the lands 

I passed through, but then suddenly 

In fresh splendor, mysterious 

In the golden haze, quickly emerging 

In the steps of the sun, 

Fragrant with a thousand peaks,

Asia rose before me.

Dazzled I searched for something 

Familiar, since the broad streets 

Were unknown to me: where the gold-bejeweled

Patoklos comes rushing down from Tmolus,

Where Taurus and Messogis stand, 

And the gardens are full of flowers, 

Like a quiet fire. Up above 

In the light the silver snow 

Thrives, and ivy grows from ancient 

Times on the inaccessible walls, 

Like a witness to immortal life, 

While the solemn god-built palaces 

Are borne by living columns 

Of cypress and laurel. 

But around Asia’s gates 

Unshaded sea-paths rush 

About the unpredictable sea, 

Though sailors know where 

The islands are. When I heard 

that one of these close by 

Was Patmos, I wanted very much 

To put in there, to enter 

The dark sea-cave. For unlike 

Cyprus, rich with springs, 

Or any of the others, Patmos 

Isn’t splendidly situated, 

But it’s nevertheless hospitable 

In a more modest home. And if 

A stranger should come to her, 

Shipwrecked or homesick 

Or grieving for a departed friend, 

She’ll gladly listen, and her 

Offspring as well, the voices 

In the hot grove, so that where sands blow

and heat cracks the tops of the fields,

They hear him, these voices, 

And echo the man’s grief. 

Thus she once looked after 

The prophet that was loved by God, 

Who in his holy youth 

Had walked together inseparably 

With the Son of the Highest, 

Because the Storm-Bearer loved 

The simplicity of his disciple. 

Thus that attentive man observed 

The countenance of the god directly, 

There at the mystery of the wine, 

Where they sat together at the hour 

Of the banquet, when the Lord with

His great spirit quietly foresaw his 

Own death, and forespoke it and also

His final act of love, for he always 

Had words of kindness to speak, 

Even then in his prescience, 

To soften the raging of the world.

For all is good. Then he died. Much 

Could be said about it. At the end

His friends recognized how joyous

He appeared, and how victorious. 

And yet the men grieved, now that evening 

Had come, and were taken by surprise, 

Since they were full of great intentions, 

And loved living in the light, 

And didn’t want to leave the countenance 

Of the Lord, which had become their home. 

It penetrated them like fire into hot iron,

And the one they love walked beside them 

Like a shadow. Therefore he sent 

The Spirit upon them, and the house 

Shook and God’s thunder rolled 

Over their expectant heads, while 

They were gathered with heavy hearts, 

Like heroes under sentence of death, 

When he again appeared to them

At his departure. For now 

The majestic day of the sun 

Was extinguished, as he cast 

The shining scepter from himself, 

Suffering like a god, but knowing 

He would come again at the right time. 

It would have been wrong 

To cut off disloyally his work 

With humans, since now it pleased 

Him to live on in loving night, 

And keep his innocent eyes 

Fixed upon depths of wisdom.

Living images flourish deep

In the mountains as well,

Yet it is fearful how God randomly 

Scatters the living, and how very far. 

And how fearsome it was to leave 

The sight of dear friends and walk off 

Alone far over the mountains, where 

The divine spirit was twice 

Recognized, in unity. 

It hadn’t been prophesied to them: 

In fact it seized them right by the hair 

Just at the moment when the fugitive 

God looked back, and they called out to him 

To stop, and they reached their hands to 

One another as if bound by a golden rope, 

And called it bad — 

But when he dies —he whom beauty

Loved most of all, so that a miracle 

Surrounded him, and he became

Chosen by the gods — 

And when those who lived together

Thereafter in his memory, became

Perplexed and no longer understood

One another; and when floods carry off

The sand and willows and temples,

And when the fame of the demi-god 

And his disciples is blown away

And even the Highest turns aside his 

Countenance, so that nothing 

Immortal can be seen either 

In heaven or upon the green earth — 

What does all this mean? 

It is the action of the winnower, 

When he shovels the wheat 

And casts it up into the clear air

And swings it across the threshing floor. 

The chaff falls to his feet, but 

The grain emerges finally. 

It’s not bad if some of it gets lost, 

Or if the sounds of his living speech 

Fade away. For the work 

Of the gods resembles our own: 

The Highest doesn’t want it 

Accomplished all at once. 

As mineshafts yield iron, 

And Etna its glowing resins, 

Then I’d have sufficient resources 

To shape a picture of him and see 

What the Christ was like. 

But if somebody spurred himself on

Along the road and, speaking sadly,

Fell upon me and surprised me, so that

Like a servant I’d make an image of the god — 

Once I saw the lords 

Of heaven visibly angered, not 

That I wanted to become something different, 

But that I wanted to learn something more. 

The lords are kind, but while they reign 

They hate falsehood most, when humans become 

Inhuman. For not they, but undying Fate 

It is that rules, and their activity 

Spins itself out and quickly reaches an end. 

When the heavenly procession proceeds higher 

Then the joyful Son of the Highest 

Is called like the sun by the strong,

As a watchword, like a staff of song 

That points downwards, 

For nothing is ordinary. It awakens 

The dead, who aren’t yet corrupted.

And many are waiting whose eyes are 

Still too shy to see the light directly. 

They wouldn’t do well in the sharp 

Radiance: a golden bridle

Holds back their courage. 

But when quiet radiance falls 

From the holy scripture, with 

The world forgotten and their eyes 

Wide open, then they may enjoy that grace, 

And study the light in stillness. 

And if the gods love me, 

As I now believe, 

Then how much more 

Do they love yourself. 

For I know that the will 

Of the eternal Father 

Concerns you greatly. 

Under a thundering sky 

His sign is silent. 

And there is one who stands 

Beneath it all his life. 

For Christ still lives. 

But the heroes, all his sons 

Have come, and the holy scriptures 

Concerning him, 

While earth’s deeds clarify 

The lightning, like a footrace

That can’t be stopped. 

And he is there too, 

Aware of his own works 

From the very beginning. 

For far too long 

The honor of the gods 

Has been invisible. 

They practically have to 

Guide our fingers as we write, 

And with embarrassment the energy 

Is torn from our hearts. 

For every heavenly being 

Expects a sacrifice, 

And when this is neglected, 

Nothing good can come of it. 

Without awareness we’ve worshipped 

Our Mother the Earth, and the Light 

Of the Sun as well, but what our Father 

Who reigns over everything wants most

Is that the established word be

Carefully attended, and that

Which endures be interpreted well.

German song must accord with this.

 

Πηγές: 

  1. Patmos, a poem by Hölderlin
  2. Article by Scott Horton:The Tower Between Being and Time
  3. Wikipedia: Johann Christian Friedrich Hölderlin
  4. Wikipedia: Φρήντριχ Χαίλντερλιν

Επιλογή: Αναφορές/Βιβλιογραφία στα Ελληνικά

  1. Ο αγνός Φρήντριχ στην Πάτμο (Το Βήμα)
  2. Φρήντριχ Χαίλντερλιν, Ποιήματα: Μεγάλη εκλογή σε τρία μέρη, Μετάφραση Δ. Θ. Γκότσης, Εκδόσεις Αρμός, 2002
  3. Friedrich Hölderlin: Ελεγείες, Ύμνοι και άλλα ποιήματα, εκδ. Άγρα, 1996
  4. Ανθολογία Γερμανικής Ποίησης 1749-1921, εκδ. Εκάτη, 2001 

 

Vasilis Geo Kyritsis

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *